Ένας κόσμος γεμάτος μαγικό φως!

 

για κάθε σχετική πληροφορία

Αγίου Μελετίου 90
ΤΚ 11252 - Αθήνα
Τηλ: 210 8613027
info@nooriya.gr

Δευτέρα 10:00 ως 14:00
Τρίτη 10:00 ως 18:00
Τετάρτη 10:00 ως 14:00
Πέμπτη 10:00 ως 18:00
Παρασκευή 10:00 ως 18:00
Σάββατοκύριακο Κλειστά 

 x 

Το καλάθι σας είναι άδειο.

Η οικογένεια της Σπηλιάς - Οι επτά Κοιμώμενοι

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μετάφραση τμήματος του αραβικού:
"....
Όταν ήταν αυτοκράτορας ο Δέκιος (داكيوس), ο κακός, στο βασίλειο των Ρωμαίων, επισκέφθηκε την πόλη Έφεσο (أفسس) για να εκδώσει τις οδηγίες του στους ευγενείς της με αύξηση στις σφαγές. Διέταξε να σκοτωθούν οι χριστιανοί οι οποίοι δεν ενέδωσαν στις διαταγές του και έριξε τα πτώματά τους στα κοράκια και στους αετούς και σε άλλα επικίνδυνα ζώα και προσπάθησε με υποσχέσεις και απειλές να πείσει επτά νέους αριστοκράτες, γιατί αυτός δεν γνώριζε ότι στην πίστη τους ήταν χριστιανική. Αυτοί πιάστηκαν από αυτόν και τους έφερε να σφαγιάσουν στα είδωλα. Έτσι τους άφησε και έφυγαν μπροστά από τον παραταγμένο στρατό και τους απελευθέρωσε. Και αυτοί αναζήτησαν καταφύγιο για ημέρες, ίσως για να τακτοποιήσουν τα σχετιζόμενα με αυτούς. Και μεταβιβάστηκε ο βασιλιάς Δέκιος για επίσκεψη σε άλλη πόλη γειτονική στην Έφεσο.

Και δόθηκε μια ευκαιρία για να εμφανιστούν οι νεαροί για να επικοινωνήσουν με έμπιστούς τους με εργασίες μεγαλόψυχες, ώστε να πάρουν από μέρος των πατέρων τους χρυσό και χρήματα για να έχουν έλεος (φαγητό) στην φτώχεια. Μετά προσέφυγαν στην μεγάλη σπηλιά στο βουνό Κορησσός ή Κόρησσον (أنكليوس) την ώρα της προσευχής των πιστών.
Και είναι ο ένας τους ο Γιαμλιχά - يمليخا (Ιάμβλιχος) που φορώντας μεταμφίεση, μπήκε στη πόλη για να αγοράσει για αυτούς τρόφιμα και έμαθε τα νέα και επέστρεψε στους συντρόφους του για να τους πει σχετικά με ότι στην πόλη και ότι υπήρχε από τα γεγονότα.
Και μια μέρα επέστρεψε ο βασιλιάς Δέκιος στην Έφεσο. Και αναζήτησε τους επτά νεαρούς, αλλά δεν τους βρήκε. Και υπήρχε ο Γιαμλιχά αυτήν την ώρα στην πόλη και εκδιώχθηκε από αυτήν τρομοκρατημένος και μονολογώντας. Μαζί του είχε κάποια τρόφιμα και ανηφόρισε στην σπηλιά όπου είναι οι σύντροφοί του και τους είπε σχετικά με την είσοδο του βασιλιά στην πόλη. Και στην αναζήτησή του μαζί τους για να μειώσουν τον φόβο τους και γονάτισαν κάτω στη γη, μουσκεύοντας με δάκρυα, ταπεινωμένοι στο Θεό με θλίψη και οδύνη. Μετά έφαγαν ότι κέρδισε για αυτούς ο Γιαμλιχά από τρόφιμα. Και μεταξύ τους εμφανίστηκε να σέρνονται μπρος και πίσω, φτερούγες που μιλούσαν επιτάσσοντας σε αυτούς τον λήθαργο και τους κάλυψαν με λήθαργο ευχάριστο, ώστε να κοιμηθούν ήσυχα τον ύπνο των νεκρών και δεν αισθάνθηκαν πως ήταν ο θάνατός τους.
Και όταν δεν τους βρήκε ο βασιλιάς στην πόλη είπε πως οι νεαροί δραπέτευσαν στην σπηλιά στο βουνό, Κορησσός ή Κόρησσον. Έτσι διέταξε ο βασιλιάς να φράξουν την πύλη της σπηλιάς με πέτρες για να πεθάνει ότι υπάρχει στην μεγάλη σπηλιά και για τους ίδιους στην σπηλιά είπε πως ο Θεός διαχώρισε τις ψυχές τους από τα σώματά τους για το σκοπό της αγάπης.
Όμως απελευθερώθηκαν μετά δύο ακτίνες υπερφυσικές ανώτερες.
Και είναι ο انتودورس (Αντωνίνος), ο اريوس (Άρειος;;;) ο υπηρέτης του βασιλιά και είναι κρυφή η πίστη τους, επειδή είχαν φόβο για αυτόν (τον βασιλιά). Μελέτησαν επιστάμενα μαζί (αυτό που είδαν) και έγραψαν καθοδηγήσεις τέτοιες που ομολογούν την πίστη σε έκθεση (επιφάνεια) από κασσίτερο που έβαλαν μέσα σε ένα κουτί από χαλκό και το σφράγισαν με μαγική σφραγίδα και το ενθρόνισαν στο κτίσμα στην είσοδο της σπηλιάς....."
 
Από τα επίσημο βιβλίο أصحاب أهل الكهف τα ονόματα των νέων είναι:
مكسملينا محسملينا  يمليخا  مرطوس ( σύμφωνα με το τεφσίρمرطونس) كسوطونس (σύμφωνα με το τεφσίρكسطونس ή كسرطويس)  بيرونس (σύμφωνα με το τεφσίρ يبورس)  رسمونس (σύμφωνα με το τεφσίρيكرنوس)  بطونس (σύμφωνα με το τεφσίρيطبيونس ή بطويس ή بطوس) قالوس (σύμφωνα με το τεφσίρقالوش)
Τα ονόματα των Επτά Κοιμισμένων στην Σπηλιά «أصحاب الكهف»
Λέει ο العلاّمة الطباطبائيّ στο الروايات‌ الإسلاميّة‌ المنتهيّة‌ για τις «διηγήσεις της ελληνικής και συριακής γλώσσας»
 الروايات‌ اليونانيّة‌ والسريانيّة‌
Πρώτος ο  مكس‌ ميليانوس‌ - Μάξιμος Μιλιάνος ---- Μαξιμιλιανός
Δεύτερος ο  اميلخوس‌ ـ مليخا – Ιάμβλιχος --- Ιάμβλιχος
Τρίτος ο  مرتيانوس‌ ـ مرطلوس‌ ـ مرطولس‌ - Μαρτίλος – Μαρτίνος --- Μαρτινιανός
Τέταρτος ο  ذوانيوس‌ ـ ذوانيوانس‌ ـ دنياسيوس‌ - Διονύσιος --- Διονύσιος
Πέμπτος ο  ينيوس‌ ـ يوانيس‌ ـ نواسيس‌ - Ιωάννης --- Ιωάννης
Έκτος ο  اكساكدثو دنيانوس‌ ـ كسقسططيونس‌ ـ الكسقطوسطط‌ ـ كشفوطط‌ -Εξακουστωδιανός --- Εξακουστωδιανός
Έβδομος ο  انطونس‌ (افطونس‌) اندونيوس‌ ـ انطينوس‌- Αντώνιος --  Αντωνίνος
και το όνομα του σκυλιού τους είναι ‌ قِطْمير – Κιτμίρ
Τα ονόματα αυτά μεταφράστηκαν στα αραβικά από τα κοπτικά. 
Στην ορθοδοξία εορτάζονται στις 4 Αυγούστου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Μαξιμιλιανος Ο Παιδας Εν Εφεσω,
Αγιος Εξακουστωδιανος Ο Παιδας Εν Εφεσω,
Αγιος Ιαμβλιχος Ο Παιδας Εν Εφεσω,
Αγιος Μαρτινιανος Ο Παιδας Εν Εφεσω,
Αγιος Διονυσιος Ο Παιδας Εν Εφεσω,
Αγιος Αντωνινος Ο Παιδας Εν Εφεσω,
Αγιος Κωνσταντινος Ο Παιδας Εν Εφεσω
Τὸν ἑπτάριθμον τιμῶ χορὸν Μαρτύρων,
Δείξαντα Ἀνάστασιν νεκρῶν τῷ κόσμῳ
Τῇ δὲ τετάρτῃ νεκροέγερτοι ξύνθανον ἑπτά.
 
Το Άγιο Κοράν στη 18η Σούρα, Αλκάχφ (η σπηλιά) λέει πως μπορεί να ήταν τρεις ή πέντε ή έξι ή επτά. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς, πόσοι ήταν. Το θέμα δεν είναι ο αριθμός τους. Αλλά η έκφραση της Δύναμής Του, μια απόδειξη της Αιώνιας Ύπαρξης.

 

Από το http://www.xfd.gr μια περιγραφή για τους Επτά Κοιμώμενους

Οι άγιοι επτά παίδες εν Εφέσω

Οι άγιοι επτά Παίδες, Μαξιμιλιανός, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Ιωάννης και Κωνσταντίνος, έζησαν κατά την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Οι νέοι αυτοί, μόλις βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία και ύστερα από συνετή σκέψη και εκτίμηση, μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και μπήκαν και κρύφτηκαν μέσα σε ένα σπήλαιο. Εκεί, αφού προσευχήθηκαν να λυθούν από τα δεσμά του σώματος και να μην παραδοθούν στον αυτοκράτορα Δέκιο, παρέδωσαν τις ψυχές τους στο Θεό. Ο Αυτοκράτορας δε, όταν επέστρεψε στην Έφεσο, τους αναζήτησε, για να τους αναγκάσει να προσφέρουν θυσίες στα είδωλα. Μόλις όμως έμαθε ότι εκείνοι είχαν πεθάνει στο σπήλαιο, πρόσταξε και έφραξαν με μανδρότοιχο το στόμιο του σπηλαίου αυτού.
Έκτοτε λοιπόν πέρασαν εκατόν ενενήντα τέσσερα έτη και φτάνουμε μέχρι το τριακοστό όγδοο έτος της βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού (408-450 μ.Χ.), ήτοι μέχρι το έτος 446 μ.Χ. Τότε εμφανίστηκε στους κόλπους του Χριστιανισμού μια αίρεση, η οποία δε δεχόταν το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών. Η αίρεση αυτή, στην οποία είχαν προσχωρήσει και μερικοί επίσκοποι, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή και αναστάτωση στην Εκκλησία. Ο δε Αυτοκράτορας, βλέποντας την αναστάτωση αυτή της Εκκλησίας του Θεού, δεν ήξερε τι να κάνει. Όμως δεν απελπίστηκε, αλλά, αφού φόρεσε έναν τρίχινο σάκο και κάθισε κατά γης, θρηνούσε και παρακαλούσε το Θεό να του φανερώσει τον τρόπο διάλυσης της αίρεσης.
Ο Κύριος λοιπόν δεν παρέβλεψε τα δάκρυα του Αυτοκράτορα και ικανοποίησε το αίτημά του με τον ακόλουθο τρόπο: Ο κύριος του όρους, στο οποίο βρισκόταν το σπήλαιο των αγίων επτά Παίδων, θέλησε κατά τον καιρό εκείνο να χτίσει μαντρί για το ποίμνιό του. Έτσι λοιπόν, παίρνοντας επί δύο ημέρες πέτρες από τον μανδρότοιχο του σπηλαίου, για να οικοδομήσει το μαντρί του, ανοίχτηκε το στόμιο του σπηλαίου αυτού. Τότε ακριβώς, με προσταγή του Θεού, αναστήθηκαν οι άγιοι επτά Παίδες, που είχαν πεθάνει μέσα στο σπήλαιο αυτό, και συνομιλούσαν μεταξύ τους, σαν να είχαν κοιμηθεί την προηγούμενη ημέρα. Τα σώματά τους δε δεν είχαν αλλοιωθεί στο παραμικρό και τα ενδύματά τους δεν είχαν φθαρεί ούτε σαπίσει από την υγρασία του σπηλαίου, αν και είχαν περάσει εκατόν ενενήντα τέσσερα χρόνια.
Μετά την ανάστασή τους οι άγιοι επτά Παίδες είχαν έντονο στη μνήμη τους το γεγονός ότι ο Δέκιος ζητούσε να τους τιμωρήσει και περί αυτού ακριβώς συνομιλούσαν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ο Μαξιμιλιανός έλεγε προς τους άλλους: “Και αν συλληφθούμε, αδελφοί, ας σταθούμε γενναίοι και να μην προδώσουμε την ευγένεια της πίστης μας. Εσύ δε, αδελφέ Ιάμβλιχε, πήγαινε να αγοράσεις άρτους, πλην όμως περισσότερους. Γιατί χθες το βράδυ έφερες λίγους, και κοιμηθήκαμε σχεδόν πεινασμένοι. Επιπλέον προσπάθησε να μάθεις τι σκέφτεται για εμάς ο Δέκιος”.
Όταν λοιπόν ο Ιάμβλιχος πήγε στην πόλη, είδε στην πύλη το σημείο του Σταυρού. Το γεγονός αυτό του προκάλεσε έκπληξη και θαυμασμό. Βλέποντας δε το Σταυρό και σε άλλους τόπους, καθώς επίσης και τα κτίρια να διαφέρουν από εκείνα που ήξερε και τους ανθρώπους επίσης κάπως διαφορετικούς, νόμισε ότι βλέπει όραμα ή ότι περιέπεσε σε έκσταση. Πήγε όμως στους αρτοπώλες, πήρε τους απαραίτητους άρτους και, αφού έδωσε τα χρήματα που έπρεπε, έσπευδε να επιστρέψει στο σπήλαιο. Ενώ λοιπόν ετοιμαζόταν να φύγει, είδε τους αρτοπώλες να δείχνουν ο ένας στον άλλο το ασημένιο νόμισμα, να κοιτάζουν προς αυτόν και να λένε ότι αυτός βρήκε κάποιο θησαυρό, αφού το νόμισμα που τους έδωσε για τους άρτους είχε στην επιφάνειά του τυπωμένη την εικόνα του αυτοκράτορα Δεκίου, ο οποίος είχε πεθάνει προ πολλού (πριν από 194 χρόνια).
Μετά από το γεγονός αυτό ο Ιάμβλιχος τρόμαξε πολύ και έμεινε άφωνος, νομίζοντας ότι αυτοί τον αναγνώρισαν και θα τον συνελάμβαναν για να τον παραδώσουν στον αυτοκράτορα Δέκιο. Έπεσε λοιπόν στα πόδια τους και τους παρακαλούσε λέγοντας: “Σας παρακαλώ, κύριοί μου, έχετε στα χέρια σας το αργύριό μου, πάρτε πίσω και τους άρτους σας. Μόνο αφήστε με να φύγω”. Οι αρτοπώλες τού απάντησαν: “Δείξε μας το θησαυρό που βρήκες και δώσε και σ’ εμάς μερίδιο απ’ αυτόν. Αλλιώς σε παραδίνουμε στο θάνατο”. Και συγχρόνως με τα λόγια αυτά του πέρασαν αλυσίδα στο λαιμό και τον έσυραν στη λεωφόρο (στον κεντρικό και μεγάλο δρόμο της πόλης). Εν συνεχεία τον οδήγησαν στον ανθύπατο προς ανάκριση. Εκείνος, μόλις τον είδε, του είπε: “Πες μας, νέε, πώς βρήκες το θησαυρό, πόσος είναι και πού βρίσκεται”. Ο Άγιος τού απάντησε: “Εγώ δε βρήκα ποτέ κανένα θησαυρό. Το νόμισμα που έδωσα στους αρτοπώλες το είχα από τους γονείς μου. Δεν ξέρω λοιπόν τι συμβαίνει με μένα τώρα”. Ο ανθύπατος τότε τον ρώτησε: “Από ποια πόλη είσαι;”. Ο Ιάμβλιχος απάντησε: “Από αυτήν, αν αυτή είναι η Έφεσος”. Τότε ο ανθύπατος είπε: “Ποιοι είναι οι γονείς σου; Ας έλθουν εδώ και, αν διαπιστωθεί η αλήθεια, θα σε πιστέψουμε”. Ο Άγιος του απάντησε: “Ο δείνα είναι ο πατέρας μου, ο δείνα είναι συγγενής και ο δείνα είναι ο παππούς μου”. Ο ανθύπατος, μόλις άκουσε τα ονόματα, είπε στον Ιάμβλιχο: “Τα ονόματα που ανέφερες είναι ξένα και ανυπόστατα και έξω από αυτά που κατά τη συνήθεια χρησιμοποιούνται. Επομένως δεν μπορείς να γίνεις πιστευτός”. Τότε ο Άγιος είπε στον ανθύπατο: “Αν, ενώ σου λέω την αλήθεια, δε με πιστεύεις, δεν ξέρω να σου πω πλέον τίποτε άλλο”.
Ύστερα από αυτά ο ανθύπατος είπε: ” Ασεβέστατε, το νόμισμά σου με την επιγραφή του μαρτυρεί ότι τυπώθηκε πριν από διακόσια χρόνια, επί αυτοκράτορα Δεκίου, κι εσύ, όντας νεότερος, προσπαθείς να μας εξαπατήσεις;”. Τότε ο Ιάμβλιχος έπεσε στα πόδια του ανθυπάτου και των παρευρεθέντων και τους παρακαλούσε λέγοντας: “Σας παρακαλώ, κύριοί μου, πέστε μου, που είναι ο Δέκιος, ο βασιλιάς, που ήταν στην πόλη αυτή;”. Εκείνοι του απάντησαν: “Κατά τους παρόντες χρόνους δεν υπάρχει βασιλιάς Δέκιος. Αυτός βασίλευσε πριν από πολλά χρόνια”. Τότε ο Ιάμβλιχος είπε: “Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, κύριοί μου, εκπλαγήκατε. Πλην όμως ακολουθήστε με να πάμε στο σπήλαιο και ίσως από τα σημεία που θα δείτε θα διαπιστωθεί η αλήθεια των λόγων μου. Εγώ πράγματι ξέρω ότι φύγαμε από την πόλη εξ αιτίας του Δεκίου και ότι χθες, ερχόμενος να αγοράσω άρτους, είδα ότι ο Δέκιος εισήλθε στην πόλη αυτή”.
Αυτά είπε ο άγιος Ιάμβλιχος, ο δε επίσκοπος Εφέσου Μαρίνος, μόλις τα άκουσε, είπε στον ανθύπατο: “Έχω τη γνώμη ότι κάτι θαυμαστό συμβαίνει με την υπόθεση αυτή. Έτσι, ας τον ακολουθήσουμε”. Και πράγματι ακολούθησαν τον Άγιο μέχρι το σπήλαιο ο ανθύπατος, ο επίσκοπος Μαρίνος και πολύς λαός. Πρώτος μπήκε στο σπήλαιο ο Ιάμβλιχος. Έπειτα μπήκε ο Επίσκοπος, ο οποίος, μόλις έστρεψε το βλέμμα του προς τα δεξιά μέρη του στομίου, είδε ένα κιβώτιο σφραγισμένο με δυο ασημένιες σφραγίδες. Το κιβώτιο αυτό το είχαν τοποθετήσει εκεί ο Ρουφίνος και ο Θεόδωρος ως χριστιανοί, οι οποίοι είχαν αποσταλεί εκεί από το Δέκιο μαζί με τους άλλους, στους οποίους ο Αυτοκράτορας αυτός είχε δώσει την εντολή να φράξουν με μανδρότοιχο το στόμιο του σπηλαίου. Οι δύο χριστιανοί, Ρουφίνος και Θεόδωρος, έγραψαν και τα Συναξάρια των αγίων επτά Παίδων και σημείωσαν τα ονόματά τους σε μολύβδινες πλάκες. Όταν λοιπόν συνάχτηκαν όλοι οι έγκριτοι άρχοντες μαζί με τον ανθύπατο, άνοιξαν το κιβώτιο και βρήκαν τις μολύβδινες πλάκες, τις οποίες διάβασαν και ένιωσαν όλοι τους απερίγραπτη έκπληξη από το θαυμαστό αυτό γεγονός. Αμέσως δε τότε προχώρησαν στα ενδότερα του σπηλαίου, όπου βρήκαν τους Αγίους και έπεσαν στα πόδια τους. Κατόπιν κάθισαν κατά γης και τους ρωτούσαν. Οι Άγιοι τους διηγήθηκαν τα σχετικά με τους εαυτούς τους και εν συνεχεία τα κακουργήματα του Δεκίου εις βάρος των Χριστιανών. Μόλις εκείνοι άκουσαν όσα οι Άγιοι τούς διηγήθηκαν, εκπλήττονταν και δόξαζαν το Θεό, τον ποιητή των θαυμασίων.
Τότε ο ανθύπατος και ο επίσκοπος Μαρίνος με αναφορά τους γνωστοποίησαν τα θαυμαστά αυτά γεγονότα στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Εκείνος δοκίμασε απέραντη χαρά για όλα αυτά και έσπευσε αμέσως στην Έφεσο. Στη συνέχεια ανήλθε στο σπήλαιο. Εκεί βρήκε τους αγίους επτά Παίδες και, αφού έπεσε κατά γης, τους έβρεχε τα πόδια με τα δάκρυά του και τα αποσπόγγιζε. Η αγαλλίαση δε και η χαρά του ήταν απερίγραπτη, αφού ο Κύριος δεν παρείδε το αίτημά του και έδειξε σ’ αυτόν οφθαλμοφανώς την ανάσταση των νεκρών. Ενώ δε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος συνομιλούσε με τους Αγίους, καθώς επίσης οι επίσκοποι και άλλοι άρχοντες, οι Άγιοι νύσταξαν λίγο και, έτσι, μπροστά σε όλους εξεδήμησαν προς Κύριον.
Τότε ο Αυτοκράτορας, αφού πρόσφερε πολύτιμα άμφια και αρκετό χρυσάφι και ασήμι, πρόσταξε να κατασκευάσουν επτά θήκες προς τιμήν των Αγίων και να τεθούν μέσα σ’ αυτές τα λείψανά τους. Αλλά κατά τη νύχτα που ακολούθησε εμφανίστηκαν σ’ αυτόν οι Άγιοι και του είπαν: “Άφησέ μας, βασιλιά, στο σπήλαιο που έγινε η ανάστασή μας”. Έτσι λοιπόν, αφού έγινε μεγάλη σύναξη επισκόπων και αρχόντων, ο Αυτοκράτορας κατέθεσε τα λείψανα των Αγίων στη γη του σπηλαίου, καθώς εκείνοι με οπτασία του ζήτησαν. Εν συνεχεία οργάνωσε και πραγματοποίησε στον τόπο εκείνο λαμπρή και χαρμόσυνη εορτή, φιλοξένησε με πλούσια αγαθά τους φτωχούς της Εφέσου, χαροποίησε όλο το λαό με λαμπρές βασιλικές τιμές και έβγαλε από τις φυλακές τους επισκόπους που είχαν φυλακιστεί, επειδή κήρυτταν το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών. Ακολούθως έγινε από όλους κοινή εορτή, κατά την οποία αναπέμφθηκαν λόγοι και ύμνοι ευχαριστίας και δοξολογίας προς τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό.
Τον επτάριθμον τιμώ χορόν Μαρτύρων
Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω

Ένα φυλακτό βασισμένο στην Δύναμη και τη Μεγαλοψυχία των Επτά Παίδων